O φόβος δεν είναι τίποτε άλλο από μια φυσιολογική αντίδραση, προστατευτικού χαρακτήρα όταν ερχόμαστε αντιμέτωποι με ένα απειλητικό ερέθισμα. Είναι στην ουσία ένας μηχανισμός επιβίωσης, ο οποίος μας κινητοποιεί προκειμένου να αποφύγουμε έναν κίνδυνο, είτε αυτός είναι πραγματικός είτε όχι.

Είναι φυσιολογικό για τα παιδιά καθώς μεγαλώνουν και έρχονται σε επαφή με καινούργια ερεθίσματα και καταστάσεις να φοβούνται. Αποτελεί ένα αναπτυξιακό φαινόμενο, που εξασθενεί με την πάροδο του χρόνου.

Ας δούμε ηλικιακά ποιοι είναι οι φόβοι των παιδιών. Παρατηρούμε ότι στα παιδιά ηλικίας 2-4 ετών οι πιο συνηθισμένοι φόβοι είναι οι θόρυβοι, το σκοτάδι, τα ζώα, τα παράξενα αντικείμενα, τα αεροπλάνα, οι αστραπές και οι βροντές. Στα 5 οι πρώτοι απλοί φόβοι σιγά σιγά φθίνουν, ενώ στα 6-7 το παιδί φοβάται κυρίως φαντάσματα, εγκληματίες, καθώς και το θάνατο, το δικό του ή των γονιών του. Στην περίοδο των 8-10 οι φόβοι σταδιακά μειώνονται.

Δεν είναι λίγες οι περιπτώσεις που οι αρχικοί φόβοι μετατρέπονται σε φοβίες που συνοδεύουν και επηρεάζουν το παιδί στην καθημερινότητα του. 

Ποια είναι η διαφορά του φόβου και της φοβίας;

Η φοβία είναι ένας υπερβολικός και αδικαιολόγητος φόβος που εμφανίζεται περιοδικά και είναι δυσανάλογος προς το ερέθισμα που την προκαλεί. Συνοδεύεται από έντονο άγχος και σωματικά συμπτώματα όπως ταχυκαρδία, εφίδρωση, αίσθημα δυσφορίας.

Αν ένα παιδί έχει αναπτύξει μία φοβία, είναι φυσικό να μη θέλει να έρθει αντιμέτωπο με το ερέθισμα που του προκαλεί τον υπέρτατο αυτό φόβο. Όταν αντιληφθεί ότι θα έρθει αντιμέτωπο με τη φοβία του, θέλει να απομακρυνθεί για να «γλιτώσει» από τα δυσάρεστα συμπτώματα. Επίσης, αρχίζει να αποφεύγει μέρη και καταστάσεις, όπου πιστεύει ότι υπάρχει ο κίνδυνος να έρθει αντιμέτωπο με αυτό που τον τρομάζει.

Η σημαντική διαφορά εδώ είναι ότι δεν μπορούν λογικά να συνειδητοποιήσουν ότι ο φόβος είναι παράλογος και μπορεί να μην υπάρχει. Το παιδί πραγματικά πιστεύει ότι το φοβικό αντικείμενο θα του κάνει κακό και θα το βλάψει.

Πώς δημιουργούνται οι φοβίες;

Οι φοβίες μπορούν να δημιουργηθούν στην παιδική ηλικία σίγουρα από κάποιες τρομακτικές εμπειρίες. Είναι λογικό μιας και σύμφωνα με τη θεωρία της μάθησης, μπορεί να οδηγήσουν το παιδί να νιώθει φόβο σε κάθε παρόμοια κατάσταση.

Επίσης, οι φόβοι μαθαίνονται και μεταδίδονται στα παιδιά από τους γονείς τους. Τα παιδιά έχουν την ικανότητα να αντιλαμβάνονται με εξαιρετική ακρίβεια τα συναισθήματα των γονέων ακόμα και όταν εκείνοι προσπαθούν να τα κρύψουν.

Πώς θα αντιμετωπίσουμε τους φόβους και τις φοβίες;

Πρώτο και σημαντικότερο, οι γονείς θα πρέπει να αποτελέσουν πρότυπο για το παιδί. Αν οι ίδιοι οι γονείς έχουν φοβίες το πιο πιθανό είναι ότι θα τις έχει και το παιδί. Οι γονείς με λόγια αλλά και πράξεις θα πρέπει να εξηγήσουν στο παιδί ότι το φοβικό αντικείμενο δεν είναι επικίνδυνο, φέρνοντας σαν παραδείγματα τους ίδιους ή άλλα άτομα που ήρθαν σε επαφή με αυτό και δεν είχαν καμία συνέπεια. Μπορούν επίσης να φέρουν το παιδί σταδιακά αντιμέτωπο και σε επαφή με το φοβικό αντικείμενο κάτω από συνθήκες που εκείνο θα νιώθει ασφαλές.

Αυτό που σίγουρα δεν πρέπει να κάνουμε καιδεν θα βοηθήσει ένα παιδί που φοβάται, είναι το να αγνοήσουμε τους φόβους του, να το φέρουμε βίαια σε επαφή με το φοβικό αντικείμενο ή να αποφεύγουμε την επαφή με αυτό. Ιδιαίτερα στην τελευταία περίπτωση, μπορεί το παιδί να ηρεμήσει προσωρινά, όταν θα βρίσκεται μακριά από την τρομακτική για εκείνο κατάσταση, αλλά ο φόβος δε θα εξαλειφθεί. Αντίθετα, θα επανέλθει, πιθανότατα με μεγαλύτερη ένταση, την επόμενη φορά που το παιδί θα βρεθεί αντιμέτωπο με αυτό που φοβάται.

Σε κάθε περίπτωση, αν σαν γονείς εκτιμούμε ότι η κατάσταση του παιδιού μας είναι κάτι το οποίο δεν μπορούμε να χειριστούμε, μπορούμε να ζητήσουμε τη βοήθεια και κάποιου ειδικού. Δεν είναι λίγες οι φορές που πίσω από τις φοβίες υπάρχουν άλλες συναισθηματικές δυσκολίες που το εμποδίζουν να ζήσει μια φυσιολογική ζωή και να αντεπεξέλθει στην καθημερινότητα του.