Έχει συμβεί και σε εσάς, κάθε φορά που σιγοτραγουδάτε ή ακούτε τα κάλαντα της Πρωτοχρονιάς, να αναρωτιέστε τι σημαίνουν οι στίχοι τους; Είναι από λίγο έως πολύ ακαταλαβίστικοι και το νόημά τους δεν έχει λογική συνέχεια. Ε λοιπόν πώς θα σας φαινόταν αν σας έλεγα ότι αυτό ακριβώς ήθελαν αυτοί που τα πρωτοτραγούδησαν!

Η ιστορία που κρύβουν τα κάλαντα χάνεται στο βάθος των αιώνων. Οι στίχοι περιλαμβάνουν μέρη που είναι θρησκευτικής προέλευσης αλλά και μέρη που απευθύνονται σε μία κοπέλα, την “αγαπημένη”. Διάφορες εκδοχές και ιστορίες υπάρχουν για το πώς πήρανε τα κάλαντα τη σημερινή τους μορφή.

Το πιο πιθανό είναι ότι τους στίχους αυτούς τους πρωτοτραγούδησαν οι νεαροί της βυζαντινής εποχής. Τότε τα κάλαντα δεν τα λέγανε μικρά παιδιά, αλλά οι νέοι (εξού και το “δες κι εμέ το παληκάρι” που λένε τα κάλαντα). Οι νεαροί λοιπόν έβρισκαν την ευκαιρία με τα κάλαντα να επισκεφθούν τα σπίτια των αγαπημένων τους κοριτσιών και να εκφράσουν την αγάπη τους μυστικιστικά μέσα από τα κάλαντα. Έτσι αν παρατηρήσετε τη σειρά των στίχων, είναι εναλλάξ ένας στίχος από τα κάλαντα, που αναφέρεται στον Άγιο Βασίλη, και στη συνέχεια ένας στίχος που εκφράζει την αγάπη προς την κοπέλα, στην οποία και για την οποία λέγονται τα κάλαντα.

Παρακάτω λοιπόν, παρατηρήστε τους στίχους από τα κάλαντα της Πρωτοχρονιάς. Θα δείτε ότι ένας στίχος αναφέρεται στον Άγιο Βασίλειο, που γιορτάζει την πρωτοχρονιά και ένας στίχος στην κοπέλα. Και έτσι συνεχίζουν μέχρι τέλους.

Αρχιμηνιά και αρχιχρονιά
Ψηλή μου δεντρολιβανιά (που είσαι ψηλή σαν δεντρολιβανιά)
και αρχή καλός μας χρόνος
εκκλησιά με τ’ άγιο θόλος (με το καπέλο είσαι σαν εκκλησιά με τον τρούλο)
Αρχή που βγήκε ο Χριστός, άγιος και πνευματικός
στη γη να περπατήσει και να μας καλοκαρδίσει (αν βγει να περπατήσει θα ευφρανθούν οι καρδιές μας)
Άγιος Βασίλης έρχεται
και δεν μας καταδέχεται (δεν καταδέχεται η κοπέλα)
από την Καισαρεία
συ είσαι αρχόντισσα κυρία (εσύ η κοπέλα μου είσαι αρχόντισσα)
Βαστάει εικόνα και χαρτί
ζαχαροκάντιο ζυμωτή (είσαι σαν γλυκό ζυμωμένο, σαν ζαχαροκάντιο)
χαρτί και καλαμάρι
δες κι εμέ το παλικάρι (κοίτα και μένα το παλικάρι)
Το καλαμάρι έγραφε
την μοίρα του την έλεγε (τη μοίρα του παλικαριού, την ατυχία του;;)
και το χαρτί ομίλει
άγιε μου, άγιε μου καλέ Βασίλη